Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2016

Πούσκιν «Ο προφήτης»




Ενώ ο Πούσκιν βρισκόταν στο Μιχαήλοβο, εκδηλώθηκε το κίνημα των Δεκεμβριστών, (όπως ονομάστηκε από την ημερομηνία εκδήλωσής του, στις 14 Δεκεμβρίου 1825), το οποίο ετοίμαζαν φιλελεύθεροι αξιωματικοί και διανοούμενοι από το 1815, με σκοπό την ανατροπή του τσάρου και την κατάργηση της δουλοπαροικίας. Η εξέγερση απέτυχε, οι πρωτεργάτες συνελήφθησαν, όλοι γνωστοί και φίλοι του Πούσκιν, και εκτελέστηκαν. Στα χειρόγραφα του ποιητή βρίσκονται αλλεπάλληλες ζωγραφιές με τις πέντε κρεμάλες και τις μορφές των φίλων του. Ο κίνδυνος πέρασε ξυστά από τον ίδιο, και αν ήθελε ο καινούριος τσάρος να τον ενοχοποιήσει, θα μπορούσε, και μόνο από τα ποιήματά του όπως η «Ωδή στην ελευθερία» ή το «Στιλέτο». Όμως ο νέος τσάρος Νικόλαος προτίμησε (πράξη πολιτικής διορατικότητας) να προσεταιριστεί τον Πούσκιν και γι` αυτό τον έφερε με διακριτική αστυνομική συνοδεία στη Μόσχα, όπου και τον συνάντησε στο Κρεμλίνο το Σεπτέμβριο του 1826. «Μόλις συζήτησα με τον εφυέστερο άνθρωπο της Ρωσίας», είπε μετά τη συνάντηση ο τσάρος. Υποσχέθηκε λοιπόν ότι στο εξής θα διαβάζει ο ίδιος και θα λογοκρίνει τα έργα του ποιητή, ο οποίος ανέλαβε την υποχρέωση να μη δημοσιεύει τίποτε, αν δε το έχει δει προηγουμένως ο αυτοκράτορας.
Εκείνη τη δύσκολη χρονιά, λίγο πριν τον καλέσει ο τσάρος, ο Πούσκιν έγραψε το ποίημα «Ο προφήτης», όπου τη ρομαντική έννοια του προφήτη τη διευρύνει μέχρι κυριολεξίας, δίνοντας στον ποιητή τη ψυχοσύνθεση και το ρόλο προφήτη της Παλαιάς Διαθήκης, όπως περιγράφεται από τον Ησαϊα:

Τη δίψα μου για να χορτάσω τη πνευματική
στη μαύρη έρημο πλανιόμουν.
 Εκεί,
στο σταυροδρόμι φτάνοντας μπροστά,
εξάφτερο ένα σεραφείμ βλέπω να σταματά.
Λες όνειρο ήταν -απαλά
μου μάλαξαν τα βλέφαρα τα δάχτυλά του,
σαν τρομαγμένου αϊτού αναπετάρισαν τα μάτια μου
καθώς από τα μάτια τα δικά του
μια όραση επήρανε προφητική.
Μετά τ` αυτιά μου αγγίζει.
 Η ακοή
γιομίζει αμέσως φωνές και ήχους
σαν να σημαίνανε καμπάνες. 
Το ρίγος
ένιωσα με μιας του ουρανού.
Σε βουνά πάνω αγγέλους βλέπω να πετάνε,
ενώ στα βάθη μέσα του ωκεανού
της θάλασσας τα τέρατα έρχονται και πάνε.
Και πέρα οι κάμποι με τ` αμπέλια μαραμένοι.
Τα χείλη μου έπειτα αγγίζει κι από μέσα
τη γλώσσα μου, την κολασμένη
από τα κούφια κι επηρμένα λόγια μου,
τραβάει και ξεριζώνει.
Νιώθω το στόμα μου να παγώνει, μα εκεί
η δεξιά του, στο αίμα όλη,
φυτεύει του φιδιού το πάνσοφο κεντρί.
Το θώρακά μου με τη ρομφαία του χτυπάει
και τον ανοίγει, την καρδιά
που ακόμα σπαρταράει
τραβάει έξω και τ` αναμμένο κάρβουνο
το μπήγει μες το στήθος μου το ανοιγμένο.
Στην άμμο της ερήμου, κορμί δίχως πνοή,
ακούω από πάνω το Θεό να λέει:
«Σήκω προφήτη, άκουγε και βλέπε,
το θέλημά μου πράττε καθώς θα σ` οδηγεί
κι όπου διαβαίνεις, θάλασσα και γη,
κάμε του ανθρώπου την καρδιά ο λόγος να την καίει».

απόδοση: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος

Αγαπημένες Σκέψεις

...